irregularmente

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

irregularmente (es)

  1. ακανόνιστα
  2. άτακτα