Μετάβαση στο περιεχόμενο

irrelevant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός irrelevant
συγκριτικός more irrelevant
υπερθετικός most irrelevant

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
irrelevant < ir- + relevant

Επίθετο

[επεξεργασία]

irrelevant (en)

  • άσχετος, ασήμαντος, μη συνδεόμενος με κάτι άλλο
    παράδειγμα  What you’re saying is irrelevant to the topic.
    Ό,τι λες είναι άσχετο προς το θέμα.
    παράδειγμα  irrelevant details - ασήμαντες λεπτομέρειες
     συνώνυμα:  immaterial