isolation

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

isolation (en)

  1. η απομόνωση
  2. (γλωσσολογία) η μορφηματική απομόνωση
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα: agglutination

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
isolation isolations

isolation (fr) θηλυκό

  1. η απομόνωση
  2. (ηλεκτρολογία) η μόνωση