Μετάβαση στο περιεχόμενο

isopode

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
isopode isopodes

Επίθετο

[επεξεργασία]

isopode (fr) αρσενικό ή θηλυκό