isothermique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| isothermique | isothermiques |
Επίθετο
[επεξεργασία]isothermique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| isothermique | isothermiques |
isothermique (fr) αρσενικό ή θηλυκό