Μετάβαση στο περιεχόμενο

italique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

italique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. πλάγιος
    le texte écrit en italique... - το κείμενο που είναι γραμμένο σε πλάγια γραφή...