iterate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɪtəɹeɪt/ και /ˈaɪtəɹeɪt/

Ρήμα[επεξεργασία]

iterate (en)

  1. επαναλαμβάνω
  2. (πληροφορική) επαναλαμβάνω κάποια επεξεργασία χρησιμοποιώντας το ένα μετά το άλλο τα στοιχεία ενός σειραϊκού (sequential) τύπου δεδομένων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]