Μετάβαση στο περιεχόμενο

ivrognerie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ivrognerie ivrogneries

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ivrognerie (fr) θηλυκό