Μετάβαση στο περιεχόμενο

izoli

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
izoli < λείπει η ετυμολογία
ρήμα izoli
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας izolas izolanta izolata
αόριστος izolis izolinta izolita
μέλλοντας izolos izolonta izolota
υποθετική izolus - -
προστακτική izolu - -

izoli (eo)