jacquier
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- jacquier < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| jacquier | jacquiers |
jacquier (fr) αρσενικό
- το αρτόδεντρο
| ενικός | πληθυντικός |
| jacquier | jacquiers |
jacquier (fr) αρσενικό