jailhouse
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| jailhouse | jailhouses |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]jailhouse (en) (αμερικανικά αγγλικά)
| ενικός | πληθυντικός |
| jailhouse | jailhouses |
jailhouse (en) (αμερικανικά αγγλικά)