Μετάβαση στο περιεχόμενο

jailhouse

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
jailhouse jailhouses

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
jailhouse < jail + house

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

jailhouse (en) (αμερικανικά αγγλικά)

  • η φυλακή
    παράδειγμα  He was released from the jailhouse.
    Απολύθηκε από τη φυλακή.
    ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη jail