jambier

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό jambier jambiers
θηλυκό jambière jambières

jambier (fr)

  1. κνημιαίος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
jambier jambiers

jambier (fr) αρσενικό

  1. ξύλινο στέλεχος που διατηρεί απλωμένα τα σκέλη ενός σφαγμένου ζώου
  2. δερμάτινο σπιρούνι που δένεται στην κνήμη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: jambe