jamel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Παλαιά γαλλικά (fro)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jamel αρσενικό

  1. ο δίδυμος