jaskinia

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική jaskinia jaskinie
γενική jaskini jaskiń
δοτική jaskini jaskiniom
αιτιατική jaskinię jaskinie
οργανική jaskinią jaskiniami
τοπική jaskini jaskiniach
κλητική jaskinio jaskinie

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

jaskinia 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jaskinia (pl) θηλυκό

  1. σπηλιά, σπήλαιο
  2. (μεταφορικά) άντρο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]