jaune d'œuf
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| jaune d'œuf | jaunes d'œuf |
jaune d'œuf (fr) αρσενικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| jaune d'œuf | jaunes d'œuf |
jaune d'œuf (fr) αρσενικό