jaunisse
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- jaunisse < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| jaunisse | jaunisses |
jaunisse (fr) θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| jaunisse | jaunisses |
jaunisse (fr) θηλυκό