Μετάβαση στο περιεχόμενο

jaunissement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
jaunissement < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
jaunissement jaunissements

jaunissement (fr) αρσενικό