Μετάβαση στο περιεχόμενο

jell

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας jell
γ΄ ενικό ενεστώτα jells
αόριστος jelled
παθητική μετοχή jelled
ενεργητική μετοχή jelling

jell (en)