jerk off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jerk off (en)

  1. (κυριολεκτικά) χύσια, ψωλόχυμα, σπέρματα
  2. (χυδαία βρισιά) ψωλόχυμα, γαμημένος, μουνόπανο, σκατοκαριόλης

Ρήμα[επεξεργασία]

jerk off (en)

  1. μαλακίζομαι