jetée

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
jetée < jeter

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʒə.te/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
jetée jetées

jetée (fr) θηλυκό

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]

jetée (fr)