jouet
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- jouet < jouer
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| jouet | jouets |
jouet (fr) αρσενικό
| ενικός | πληθυντικός |
| jouet | jouets |
jouet (fr) αρσενικό