joujou

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

joujou 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
joujou joujoux

joujou (fr) αρσενικό

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Είναι ένα από τα 7 ουσιαστικά που έχουν τον πληθυντικό τους σε -x. Ορίστε ολόκληρη η λίστα:

bijou - caillou - chouchou - genou - hibou - joujou - pou