Μετάβαση στο περιεχόμενο

judgement

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
judgement judgements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

judgement (en)