Μετάβαση στο περιεχόμενο

jurée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
jurée jurées

jurée (fr) θηλυκό