Μετάβαση στο περιεχόμενο

jusqu’à

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
jusqu’à < jusque + à.

Πρόθεση

[επεξεργασία]

jusqu’à (fr)

  • μέχρι, ωσότου· σηματοδοτεί συγκεκριμένο σημείο που φτάνουμε και πέρα από το οποίο δεν προχωράμε

Εκφράσεις

[επεξεργασία]