Μετάβαση στο περιεχόμενο

justifiable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός justifiable
συγκριτικός more justifiable
υπερθετικός most justifiable

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
justifiable < justify + -able

Επίθετο

[επεξεργασία]

justifiable (en)

  • δικαιολογημένος
    παράδειγμα  a justifiable fear - δικαιολογημένος φόβος
    παράδειγμα  His reaction was justified.
    Η αντίδρασή του ήταν δικαιολογημένη.
    παράδειγμα  The judge’s decision was fully justifiable.
    Η απόφαση του δικαστή ήταν πλήρως δικαιολογημένη.

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

justifiable (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]