jutro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βοσνιακά (bs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jutro (bs)


Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

jutro (pl) < πρωτοσλαβική (j)utro

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈjutrɔ/
Ήχος1 , Ήχος2 

Επίρρημα[επεξεργασία]

jutro (pl)

  1. αύριο
przedwczoraj (pl) wczoraj (pl) dzisiaj (pl) jutro (pl) pojutrze (pl)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jutro (pl)

  1. το αύριο

Χρήση[επεξεργασία]

  • od jutra - από αύριο
  • do jutra - 1. μέχρι αύριο 2. για αύριο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]