köpek balığı
Εμφάνιση
Τουρκικά (tr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- köpek balığı < köpek (σκύλος) + balık (ψάρι), πιθανώς μεταφραστικό δάνειο από τη νέα ελληνική σκυλόψαρο.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]köpek balığı (tr)