kąt

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ̃nt/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kąt (pl) αρσενικό

  1. η γωνία
    • (μαθηματικά), (κοινά) η περιοχή μεταξύ δύο ευθειών (ή δύο επιφανειών) που τέμνονται
    • (μεταφορικά) ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα
  2. (μεταφορικά) η γωνιά (το μέρος, το σπίτι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]