kłopot

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

kłopot 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kłopot (pl) αρσενικό

  1. κάτι που δημιουργεί δυσκολίες, προβλήματα ή ενοχλήσεις, το πρόβλημα, η ενόχληση, η ταλαιπωρία