kłopotliwy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

kłopotliwy (pl)

  1. που προκαλεί προβλήματα, δύσκολος, προβληματικός
  2. (συνεκδοχικά) ενοχλητικός