kaĉaloto
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.ʃa.ˈlo.to/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ka‐ŝa‐lo‐to
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | kaĉaloto | kaĉalotoj |
| αιτιατική | kaĉaloton | kaĉalotojn |
kaĉaloto (eo)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- kaĉaloto στην εσπεράντο Βικιπαίδεια
