Μετάβαση στο περιεχόμενο

kam

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Kamm

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaːm/
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : kam

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

kam (de)

  1. α΄ πρόσωπο ενικού αορίστου του kommen
    παράδειγμα Als ich aus der Höhle kam, blendete mich die Sonne.
         Όταν βγήκα από τη σπηλιά, ο ήλιος με τύφλωσε.
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού αορίστου του kommen
    παράδειγμα Cäsar kam, sah und siegte.
         Ο Καίσαρας ήρθε, είδε και νίκησε.



Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

kam (io)