kam
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kaːm/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : kam
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]kam (de)
- α΄ πρόσωπο ενικού αορίστου του kommen
Als ich aus der Höhle kam, blendete mich die Sonne.
Όταν βγήκα από τη σπηλιά, ο ήλιος με τύφλωσε.
- γ΄ πρόσωπο ενικού αορίστου του kommen
Cäsar kam, sah und siegte.
Ο Καίσαρας ήρθε, είδε και νίκησε.
Ίντο (io)
[επεξεργασία]
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]kam (io)