kanno
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- kanno < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καπνός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kanno (kannò)
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- kanno < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κάμνω
Ρήμα
[επεξεργασία]kanno (kànno)
Πηγές
[επεξεργασία]- kannò, kànno Vocabolario σελ.269 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)