kapować

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

kapować 

Ρήμα[επεξεργασία]

kapować (pl)

  1. (αργκό) καταλαβαίνω, το πιάνω