kapusta

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaˈpusta/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kapusta (pl) αρσενικό

  1. (βοτανική) το λάχανο
  2. συνηθισμένο φαγητό από μαγειρευμένο λάχανο
  3. (μεταφορικά) τα λεφτά
  4. (μεταφορικά) ο χαφιές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kapusta (sk) θηλυκό

  1. (βοτανική) το λάχανο