kaputtlachen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

kaputtlachen < kaputt + lachen

Ρήμα[επεξεργασία]

kaputtlachen (de)