karı

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

karı (tr)

  1. η σύζυγος
  2. (μειωτικό) η γυναίκα
  3. χανούμ

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η χρήση της λέξης αυτής με της έννοια σύζυγος μπορεί μερικές φορές να θεωρηθεί ένδειξη αγένειας. Στο επίσημο-ευγενικό ύφος προτιμάται το συνώνυμο .

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]