katamarano
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- katamarano < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | katamarano | katamaranoj |
| αιτιατική | katamaranon | katamaranojn |
katamarano (eo)
- το καταμαράν