Μετάβαση στο περιεχόμενο

keep out of

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας keep out of
γ΄ ενικό ενεστώτα keeps out of
αόριστος kept out of
παθητική μετοχή kept out of
ενεργητική μετοχή keeping out of

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
keep out of <  δείτε τις λέξεις keep, out και of

keep out of (en)

  • (μεταβατικό και αμετάβατο) απέχω από κάτι, μένω έξω από κάτι, αποφεύγω κάτι· κρατώ κάποιον ή κάτι έξω
    παράδειγμα  It’s better to keep out of politics.
    Καλύτερα ν' απέχεις από την πολιτική.
    παράδειγμα  Keep out of their fights.
    Μείνε έξω από τους καυγάδες τους.
    παράδειγμα  Keep the dog out of my room. (=Don’t let the dog in my room.)
    Μην αφήνεις το σκυλί να μπει στο δωμάτιό μου.