keep out of
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | keep out of |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | keeps out of |
| αόριστος | kept out of |
| παθητική μετοχή | kept out of |
| ενεργητική μετοχή | keeping out of |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]keep out of (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) απέχω από κάτι, μένω έξω από κάτι, αποφεύγω κάτι· κρατώ κάποιον ή κάτι έξω
It’s better to keep out of politics.
- Καλύτερα ν' απέχεις από την πολιτική.
Keep out of their fights.
- Μείνε έξω από τους καυγάδες τους.
Keep the dog out of my room. (=Don’t let the dog in my room.)
- Μην αφήνεις το σκυλί να μπει στο δωμάτιό μου.