Μετάβαση στο περιεχόμενο

keep to oneself

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας keep to oneself
γ΄ ενικό ενεστώτα keeps to oneself
αόριστος kept to oneself
παθητική μετοχή kept to oneself
ενεργητική μετοχή keeping to oneself

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
keep to oneself <  δείτε τις λέξεις keep, to και oneself

keep to oneself (en)

  1. (αμετάβατο) το να είμαι κλειστός, αποφεύγω να συναντώ ανθρώπους κοινωνικά
    παράδειγμα  No one knows a lot about him, he keeps very much to himself.
    Κανείς δεν ξέρει πολλά για αυτόν· είναι πολύ κλειστός.
  2. (μεταβατικό) κρατώ κάτι για τον εαυτό μου, δεν λέω σε άλλους για κάτι
    παράδειγμα  He kept the good news to himself.
    Κράτησε τα καλά νέα για τον εαυτό του.
    παράδειγμα  Keep your remarks to yourself!
    Κρατά τις παρατηρήσεις σου για τον εαυτό σου!