keep to oneself
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | keep to oneself |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | keeps to oneself |
| αόριστος | kept to oneself |
| παθητική μετοχή | kept to oneself |
| ενεργητική μετοχή | keeping to oneself |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]keep to oneself (en)
- (αμετάβατο) το να είμαι κλειστός, αποφεύγω να συναντώ ανθρώπους κοινωνικά
No one knows a lot about him, he keeps very much to himself.
- Κανείς δεν ξέρει πολλά για αυτόν· είναι πολύ κλειστός.
- (μεταβατικό) κρατώ κάτι για τον εαυτό μου, δεν λέω σε άλλους για κάτι
He kept the good news to himself.
- Κράτησε τα καλά νέα για τον εαυτό του.
Keep your remarks to yourself!
- Κρατά τις παρατηρήσεις σου για τον εαυτό σου!