Μετάβαση στο περιεχόμενο

kelka

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
kelka < kelk + -a

Επίθετο

[επεξεργασία]

kelka (eo)

  • (συνηθίζεται στον πληθυντικό) kelkaj μερικοί