kennen lernen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

kennen lernen (de) jdn. (παρατατικός: kennen lernte, μετοχή παρακειμένου: kennen gelernt)

Wann hast du sie kennen gelernt? - Πότε τη γνώρισες;