kesztyű

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουγγρικά (hu) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kesztyű (hu) (πληθυντικός: kesztyűket)