kialo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

kialo < kial + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kialo kialoj
αιτιατική kialon kialojn

kialo (eo)

por diversaj kialoj - για διάφορους λόγους