kitchenette

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Από το αγγλικό kitchen, κουζίνα.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
kitchenette kitchenettes

kitchenette (fr) θηλυκό

  • μικρή κουζίνα (εξοπλισμένη με τα απολύτως απαραίτητα)