kiwi

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Kiwi

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kiwi (en)

  1. το φρούτο ακτινίδιο
  2. (ορνιθολογία) απτέρυξ
  3. το δολάριο της Νέας Ζηλανδίας



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

kiwi < αγγλική Νεο-Ζηλανδικής καταγωγής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
kiwi kiwis

kiwi (fr) αρσενικό

  1. το φρούτο ακτινίδιο
  2. (ορνιθολογία) απτέρυξ