Μετάβαση στο περιεχόμενο

klopodi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
klopodi < klopod- + -i
ρήμα klopodi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας klopodas klopodanta klopodata
αόριστος klopodis klopodinta klopodita
μέλλοντας klopodos klopodonta klopodota
υποθετική klopodus - -
προστακτική klopodu - -

klopodi (eo)

ni klopodis konvinki lin - ξεσκιστήκαμε (και καταφέραμε) να τον πείσουμε