knit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

knit (en)

  1. πλέκω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

knit (en)

  1. πλεκτό (ένδυμα)