knock-out

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

knock-out < αγγλική knock (χτύπημα) + out (εκτός, έξω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

knock-out (fr) αρσενικό άκλιτο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

knock-out (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. αναίσθητος, νοκ-άουτ
  2. (βιολογία) του οποίου ένα γονίδιο έχει αδρανοποιηθεί για να μελετηθεί